ευπαθής

ευπαθής
ης, ες
1) восприимчивый, предрасположенный (к болезням); 2) чувствительный (о приборах и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ευπαθής" в других словарях:

  • εὐπαθής — enjoying good things masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευπαθής — ές (ΑΜ εὐπαθής, ές) (για πρόσωπα) 1. αυτός που νοσεί εύκολα, αυτός που έχει λεπτή, τρυφερή σωματική κατασκευή 2. αυτός που υφίσταται εύκολα τις εξωτερικές επιδράσεις, που πάσχει ή ερεθίζεται εύκολα, ο ευερέθιστος νεοελλ. (για φυσικά όργανα ή… …   Dictionary of Greek

  • ευπαθής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. αυτός που προσβάλλεται εύκολα, που αρρωσταίνει εύκολα, αλλ. ευαίσθητος. 2. για όργανα μέτρησης, αυτός που λειτουργεί με μεγάλη ακρίβεια: Ευπαθές μηχάνημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐπαθῆ — εὐπαθής enjoying good things neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐπαθής enjoying good things masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐπαθής enjoying good things masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαθέστερον — εὐπαθής enjoying good things adverbial comp εὐπαθής enjoying good things masc acc comp sg εὐπαθής enjoying good things neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαθεστέρων — εὐπαθής enjoying good things fem gen comp pl εὐπαθής enjoying good things masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαθές — εὐπαθής enjoying good things masc/fem voc sg εὐπαθής enjoying good things neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαθέστατα — εὐπαθής enjoying good things adverbial superl εὐπαθής enjoying good things neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαθέστατον — εὐπαθής enjoying good things masc acc superl sg εὐπαθής enjoying good things neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαθεστάτη — εὐπαθής enjoying good things fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαθεστάτην — εὐπαθής enjoying good things fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»